ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Αρθροσκόπηση γόνατος

           Η αρθροσκόπηση αποτελεί μια συνηθισμένη πλέον χειρουργική τεχνική κατά την οποία, όπως φανερώνει και η ίδια η λέξη, μπορούμε να δούμε το εσωτερικό μιας άρθρωσης χρησιμοποιώντας ειδικά εργαλεία. Εφαρμόστηκε αρχικά στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Eugen Bircher. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά άρχισε να γίνεται περισσότερο δημοφιλής αρχικά ως διαγνωστική μέθοδος και στη συνέχεια, με την έλευση των σύγχρονων εύκαμπτων αρθροσκοπίων ως μέθοδος θεραπείας πολλών παθήσεων του γόνατος. Σήμερα αποτελεί το πιο συχνό είδος επέμβασης στην Ορθοπαιδική χειρουργική.

            Η αρθροσκόπηση γίνεται με τη βοήθεια ειδικών εργαλείων, των αρθροσκοπίων. Είναι μια εξειδικευμένη συσκευή απεικόνισης που αποτελείται από οπτικές ίνες οι οποίες περιβάλλονται από ένα μεταλλικό άκαμπτο περίβλημα πού φέρει έναν φακό στο άκρο του. Ποικίλουν στη διάμετρο από 1.7mm ως 7mm  καθώς και στην κλίση του περιφερικού φακού από 0ο ως 120ο. Για την αρθροσκόπηση του γόνατος συνήθως χρησιμοποιούνται αρθροσκόπια 4mm και με κλίση 30ο και πιο σπάνια 70ο. Η απεικόνιση της άρθρωσης γίνεται σε οθόνη μέσω συστήματος κάμερας που εφαρμόζεται στο αρθροσκόπιο. Επιπλέον, εξειδικευμένα εργαλεία, όπως αρθροσκοπικές λαβίδες, ψαλίδια, διαθερμίες υπερήχων και shavers χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια των αρθροσκοπικών επεμβάσεων.

            Η αρθροσκόπηση του γόνατος γίνεται συνήθως υπό περιοχική ραχιαία αναισθησία εκτός αν υπάρχει κάποια αντένδειξη. Ο ασθενής τοποθετείται ύπτιος στο χειρουργικό κρεββάτι και γύρω από το σύστοιχο μηρό του τοποθετείται μια περιχειρίδα ίσχαιμου περίδεσης. Ανάλογα με την προτίμηση του χειρουργού τοποθετούνται τα κατάλληλα στηρίγματα στο χειρουργικό τραπέζι έτσι ώστε να επιτρέπονται διάφοροι χειρισμοί με σκοπό την βέλτιστη προσπέλαση και απεικόνιση όλων των περιοχών του γόνατος.

             Οι περισσότερες αρθροσκοπικές επεμβάσεις πραγματοποιούνται με 2 μικρές τομές μήκους 7-8mm μέσω των οποίων εισέρχονται τα εργαλεία στην άρθρωση. Το πρόσθιο-έξω σημείο εισόδου χρησιμοποιείται για το αρθροσκόπιο ενώ το πρόσθιο-έσω για τα εργαλεία. Σε πιο σπάνιες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται επιπλέον σημεία εισόδου όπως το οπίσθιο-έσω, το άνω-έξω και το άνω-έσω.

            Η αρθροσκοπική μέθοδος παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με τις παλιότερα χρησιμοποιούμενες ανοικτές μεθόδους. Μικρότερες χειρουργικές τομές, λιγότερος μετεγχειρητικός πόνος, μικρότερος χρόνος νοσηλείας, μικρότερο ποσοστό επιπλοκών και τελικά χαμηλότερο κόστος αποτελούν τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα. Τα μειονεκτήματα είναι λίγα και έχουν σχέση περισσότερο με την εμπειρία του χειρουργού. Είναι απαραίτητη η εξοικείωση του χειρουργού με τα αρθροσκοπικά εργαλεία και η ευχέρεια να δουλεύει σε πολύ μικρό πεδίο υπό έμμεση όραση μέσω κάμερας.

            Οι περισσότερες τραυματικές βλάβες ή παθήσεις του γόνατος αντιμετωπίζονται πλέον αρθροσκοπικά. Η ρήξη μηνίσκου, συνήθως τραυματικής αιτιολογίας κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων  αλλά και καθημερινών δραστηριοτήτων, αποτελεί την πιο συχνή ένδειξη αρθροσκόπησης.  Ανάλογα με τον τύπο και τη φύση της βλάβης γίνεται είτε αποκατάσταση της ρήξης με ράμματα είτε μερική μηνισκεκτομή, αφαίρεση δηλαδή τμήματος του μηνίσκου. Συνδεσμικές βλάβες του γόνατος και κυρίως η ρήξη του προσθίου ή πιο σπάνια του οπισθίου χιαστού συνδέσμου αποκαθίστανται πλέον αποκλειστικά με τη βοήθεια αρθροσκοπικής τεχνικής. Η αποκατάσταση της βλάβης γίνεται με τενόντιο μόσχευμα  που συνήθως λαμβάνεται από τον ασθενή και που ποικίλλει ανάλογα με την προτίμηση του χειρουργού αλλά και τις απαιτήσεις του ασθενή. Οι χόνδρινες βλάβες του γόνατος αντιμετωπίζονται πλέον επίσης αρθροσκοπικά. Ανάλογα με την εντόπιση, την έκταση και το βάθος της βλάβης εφαρμόζονται ποικίλες τεχνικές, όπως η χονδροπλαστική, τα μικροκατάγματα και η μεταμόσχευση αυτόλογων χονδροκυττάρων, που σαν σκοπό έχουν την κάλυψη του χόνδρινου ελλείμματος και τη δημιουργία ομαλής αρθρικής επιφάνειας. Η αρθροσκόπηση χρησιμοποιείται ακόμα για την επιβεβαίωση ανάταξης ενδαρθρικών καταγμάτων του άνω τμήματος της κνήμης. Τέλος, η αφαίρεση ελεύθερων ενδαρθρικών σωμάτων από το γόνατο καθώς και η υμενεκτομή σε περιπτώσεις παθήσεων του αρθρικού υμένα αποτελούν επιπλέον ενδείξεις αρθροσκόπησης.

            Οι μετεγχειρητικές επιπλοκές μετά από μια αρθροσκοπική επέμβαση είναι σπάνιες. Η πιο συχνά εμφανιζόμενη είναι το μετεγχειρητικό οίδημα ή η δημιουργία ενδαρθρικού αιματώματος. Αρκετά πιο σπάνιες είναι η φλεβική θρόμβωση, φλεγμονή , αλγοδυστροφία και η κάκωση αγγείου ή νεύρου.

            Συμπερασματικά, η αρθροσκόπηση έχει βελτιώσει σημαντικά τη διάγνωση και κυρίως τη θεραπεία πολλών παθήσεων του γόνατος. Τα συνεχώς βελτιούμενα συστήματα απεικόνισης και αρθροσκοπικά εργαλεία προσφέρουν όλο και περισσότερες δυνατότητες στο χειρουργό και επεκτείνουν συνεχώς τις ενδείξεις της μεθόδου.

 

 

                                                                                                                                         Ορθοπεδικός Ιατρός

                                                                                                                                          Μανούδης Γρηγόριος